Sunday, June 3, 2012

ΓΙΕ ΜΟΥ ΠΟΤΕ ΘΑ ΣΕ ΚΑΜΑΡΩΣΩ ΝΥΦΗ;


Στις 08/05/2012 η Βόρεια Καρολίνα έγινε η 30ή πολιτεία στην Αμερική που αναγνωρίζει παράνομο τον γάμο μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου. Κρίμα για όσους ετοίμαζαν στεφάνια αλλά μήπως είναι καιρός για αλλαγή προτεραιοτήτων;


Απέκτησα το πολιτικό δικαίωμα να γαμιέμαι νόμιμα σαν πούστης το 1998 όταν η Κύπρος κατάργησε μερικούς νόμους περί σοδομισμού προκειμένου να ενταχθεί στην Ευρώπη. Ήμουνα τότε 12 ετών, κάπου εκεί δηλαδή που άρχισε να μου είναι χρήσιμη μία τέτοια πληροφορία. Φυσικά ποτέ δεν κατάλαβα που ακριβώς έπιασε τόπο ο νόμος αυτός. Δεν με προστάτεψε ποτέ από όσους πήγαν να με δείρουν. Είχα όμως τουλάχιστον ένα πουστομάγαζο μία ώρα μακριά με το αμάξι να πάω άμα έβρισκα κανέναν που να πηγαίνει μέχρι εκεί. Δικαιώματα που να μου επιτρέπουν να πάρω τον άντρα μου με παπά και με κουμπάρο δεν περιμένω σύντομα. Όχι τουλάχιστον μέχρι να μυριστούνε το κενό στην αγορά και εντάξουνε και παραθαλλάσιο gay γάμο στο δημαρχείο στα ταξιδιωτικά πακέτα της Αγίας Νάπας. Αλλά αφού έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν είδα το στεφάνι με καλό μάτι, με όποιον συνδιασμό κι αν το φοράνε. Στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι κάπως καλύτερα τα πράγματα. Πουστομάγαζο υπάρχει σε κάθε γειτονιά και εκεί ψηλά στα βόρεια άμα το θές πολύ σου βάζουν και παιδί μέσα στο γαμπριάτικο πακέτο. Αλλά όσο παρήγορη κι αν είναι η σκέψη πως κάπου κάποιοι χαίρονται πραγματικά όσα κατάφερε το gay κίνημα, συνεχίζει να με μπερδεύει αυτή η εκδοχή της ομοφυλοφυλίας. Ίσως γιατί ενστικτωδώς δεν μου κάθεται καλά. Ίσως γιατί έχω πηδηχτεί μάλλον with one too many ενοχικούς Έλληνες και μου γάμησαν το gay pride. Και επειδή στον αντίποδα του Ζάππειου θυμάμαι μονάχα κάτι πρησμένα topless λεβεντόπαιδα που ευτυχώς αναπαράγονται αποκλειστικά μεταξύ τους κάθε καλοκαίρι στη Μύκονο.


«Συγνώμη δηλαδή που θα το πω, αλλά βρίσκω ότι οι περισσότεροι σημερινοί γκέι είναι απλώς ανυπόφοροι. Έχουν καταντήσει πια πιο συντηρητικοί και πιο μικροαστοί από τους ίδιους μου τους γονείς. Το μόνο που ονειρεύονται να κάνουν είναι να βγάζουν χρήματα, να αποκτήσουν ένα ακριβό αμάξι, να ψωνίζουν ρούχα διασήμων σχεδιαστών και να αγοράζουν καλλυντικά. Το να είσαι γκέι θυμάμαι ότι σήμαινε κάποτε να είσαι απροσάρμοστος, παράνομος, επαναστάτης, ένας αληθινός μποέμ. Σήμαινε να αντιδράς απέναντι στο κάθε βαρετό μοντέλο προαστιακής, μεσοαστικής ζωής που σου πρόσφερε η Αμερική. Τι κάνουν σήμερα οι πιο πολλοί γκέι; Ξημεροβραδιάζονται σε γυμναστήρια, προσπαθώντας να χτίσουν το τέλειο κορμί. Πόσο επαναστατικό σας φαίνεται αυτό;»   John Waters

Δεν συμφωνώ με τον Waters σε ότι αφορά την αγορά καλλυντικών αλλά τουλάχιστον προσπαθώ να κλέβω περισσότερα από όσα αγοράζω. Έχει όμως απόλυτο δίκαιο πως κάπου ξεχασμένη βρίσκεται μία queer κουλτούρα της οποίας η χωρίς ηθικούς δισταγμούς έκφραση τότε έχει σταματήσει να τροφοδοτεί το πουστριλίκι σήμερα. Η Divine κάποτε σουλατσάριζε στην Βαλτιμόρη, ο Bidgood γύριζε το “Pink Narcissus” και οι Cockettes δεν έβγαιναν από το σπίτι νηφάλιες ή άβαφτες. Οι αναφορές του μέσου ομοφυλόφυλου όμως  σήμερα φτάνουν το πολύ μέχρι το Queer As Folk και τον Jack απο το Will&Grace. Μέχρι αυτή την εμμονή με τον καθωςπρεπισμό της ομοφυλοφυλίας που έχει αναιρέσει όλα όσα την χαρακτήριζαν κάποτε. Φυσικά δεν πιστεύω πως ευθύνονται οι πολιτικές ελευθερίες για την απουσία αυτής της ομοφυλοφυλίας που δεν την ενδιέφεραν οι νόμοι περί υιοθεσίας. Ούτε προσδοκώ σε κάποιο καινούργιο Stonewall με πρωταγωνιστές το Sodade και την Χρυσή Αυγή. Αλλά δεν βρίσκω καμία λογική σε αυτή την απελπισμένη προσπάθεια για ετεροκανονικότητα. Στον επανασχεδιασμό της ομοφυλοφυλίας έτσι που να περιέχει πρότυπα και επιλογές μίας άλλης σεξουαλικότητας. Στην ανάγκη για συμμόρφωση σε ετοιμόρροπους κανόνες ηθικής. Και τελικά που η όλη κατασκευή βαφτίζεται ως η κοινωνικά σωστή. Προσωπικά, όσο κι αν με διασκεδάζει η ιδέα, αν φτάσουμε ποτέ στον νόμιμο θρησκευτικό γάμο μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου θα βρώ κάτι άλλο να αποκαλώ τον εαυτό μου. Gay cities, gay neighbourhoods, gay culture, gay tv, gay gym, gay art. Αν κάποιος το επιλέξει μπορεί να ζήσει σήμερα σε μία Δυτική gay τσιχλόφουσκα και να μην του φανεί και ποτέ πως ανήκει σεξουαλικά σε ένα ποσοστό 10% του πληθυσμού. Σαν να έχει δογματοποιηθεί μία στάση ζωής που οδηγεί σε μία εγγυημένη ευτυχία (ακόμα κι αν είσαι πούστης). Η ευτυχία αυτή όμως έχει το τίμημα της. Η κανονικότητα συνοδεύεται σχεδόν πάντα με μία μικροαστική μικροπρέπεια. Και καταλήγουν οι πούστηδες χειρότεροι κι από τις μανάδες τους σε θέματα ηθικής και αποδοχής. Αρχίζει ίσως να τους φαίνεται και λογικό που αυτοί έχουν κερδίσει την κοινωνική ισότητα αλλά μία μισοεγχειρισμένη τράνς αποτελεί κοινωνικό σκουπίδι. Αυτό που είχαν μάλλον ο Waters και η ανίερη του φάρα ήταν μία παντελής έλλειψη πίστης για την κοινωνία στην οποία ζούσαν. Δεν θα υπήρχε νόημα άλλωστε να πιστεύουν σε έναν κόσμο όπου ακόμη και ένα τσιμπούκι μεταξύ ανδρών ήταν παράνομο. Όλα τα κοινωνικά απορρίματα βρίσκονταν στην ίδια θέση. Και απαιτούσαν την ίδια ισότητα για όλους. Καλές λοιπόν οι πολιτικές ελευθερίες αλλά πάρτε χαμπάρι πως είμαστε πολύ μακριά από την κοινωνία στην οποία στόχευε μακροπρόθεσμα το μανιφέστο του Gay Liberation Front. Μία κοινωνία απαλλαγμένη εντελώς από ρόλους βασισμένους στο γένος. Μετά πάλι σκέφτομαι πως πρέπει να το δώ όλο αλλιώς και να με συναρπάζει η ιδέα πως σύντομα μέχρι και η Disney θα αναγκαστεί να φτιάξει έναν gay χαρακτήρα. Και τότε συνειδητοποιώ πως αυτό για μένα θα ήταν το απόλυτο ξεπούλημα. Γιατί αμφιβάλλω πως ο ήρωας θα γνωρίσει το πριγκηπόπουλο στις δημόσιες τουαλέτες και κακιά μάγισσα θα είναι ένα τσούρμο ναύτες με λοστούς όπως στο “Fireworks” του Kenneth Anger.

"I think that gay marriage should be between a man and a woman."
Arnold Schwarzenegger, πρώην κυβερνήτης της California



LITTLE PRICK IN A BIG CITY


“The expense of spirit in a waste of shame 

Is lust in action”  William Shakespeare


Το μόνο πράγμα που ήταν σίγουρος πως ήξερε να κάνει καλά ήταν να σερβίρει. Είναι κι αυτό μια απο αυτές τις τέχνες που τρέχει να μάθει ο κάθε πιτσιρίκας άμα πάρει χαμπάρι απο μικρός πως τα δικά σου λεφτά σημαίνουν και δικούς σου κανόνες. Με τα χρόνια έμαθε να δουλεύει χωρίς να κουράζεται πολύ και να γίνει μάνα στο να κλέβει απο τους εργοδότες του.  Ένας από εκείνους τους σερβιτόρους που βαριούντε να σε πιάσουν στην κουβέντα αμα δεν είσαι καυλόφατσα αλλά που δεν έχεις τίποτα να του προσάψεις τελικά. Εκτός κι άμα τον πετύχεις να κοιτά τον καβάλο του παντελονιού σου την ώρα που γράφει την παραγγελία. Πράγμα που το έκανε με όλους, καυλόφατσες και μή. Δεν πίστευε σε τίποτα αρκετά ώστε να του προκαλέσει ενοχές μα αν κάτι πήγαινε λάθος με κάποιο τραπέζι δεν συγχωρούσε εύκολα τον εαυτό του. Σαν να είχε ανάγει το σερβιτοριλίκι σε κάποιου είδους λειτούργημα. Φυσικά η ηθική του περιοριζόταν μονάχα σε ότι είχε να κάνει με την εικόνα του σερβιτόρου που θα χαρασσόταν σαν αποτύπωμα στην μνήμη των πελατών του. Έπινε ποτά κρυφά πίσω από την πόρτα του ψυγείου στο μπάρ και κάποιες μέρες έτρεχε ανά μισάωρο στην τουαλέτα να σπάσει μία γραμμή. Εκείνες τις μέρες δούλευε για ώρες σε απίστευτη ταχύτητα, πράγμα που τον έκανε περιζήτητο, αν και μερικά αφεντικά δεν έβλεπαν πάντα με καλό μάτι την πιο φανερή τότε απουσία μίας καθαρά αρρενωπής φύσης. Αλλά του απέδιδαν μια εύθραστη ψυχή που οδηγούσε σε μια λεπτότητα στους τρόπους και κοιμούνταν ήσυχοι. Που και που στην βάρδια του πεταγόταν μέχρι την κουζίνα να παραπονεθεί πως αργούσαν τα πιάτα του. Τον διασκέδαζε η ιδέα πως έκανε τον παράγοντα και ήθελε να δει αν ο Βούλγαρος στο πάσο που τον γούσταρε ξεροσταλιάζει ακόμη. Θα τον είχε πηδήξει απο την πρώτη μέρα που έπιασε δουλειά άμα δεν υπήρχε αυτή η αηδιαστική μυρωδιά απο τηγανισμένο μαγειρικό λάδι που είχε πια εμποτίσει το δέρμα του άλλου. Τα βλέμματα του όμως δημιουργούσαν μια σεξουαλική ένταση και η γνώση πως όλο αυτό θα ‘μενε ανεκπλήρωτο το είχαν μετατρέψει σε παιχνιδάκι εξουσίας. Με άλλον έχανε το έδαφος κάτω απο τα πόδια του. Εκείνο το αρχίδι τον Davide. Προσπαθούσε να τον αποφεύγει όσο γινόταν αλλά οι Ιταλοί δύσκολα αφήνουν άνθρωπο σε ησυχία. Δυο μέτρα, γυμνασμένος και με μια αυταρέσκεια που έφτανε σε σημείο δέους. Ένας απο εκείνους τους ανθρώπους που πιστεύουν πως το κάλλος τους αποτελεί το ιδανικό πρότυπο ομορφιάς κάθε ανθρώπου. Τα γυμνασμένα σώματα πασπαλισμένα με αρρενωπότητα όμως δεν τον ενδιέφεραν ποτέ. Ούτε ένιωσε ποτέ εκείνη την παράλογη γι’ αυτόν έλξη που νιώθουν οι πούστηδες για τους  κανονικούς. Δεν του γυάλισε λοιπόν από την αρχή. Και τσαντιζόταν που ο άλλος ήταν σίγουρος πως άμα είχε την ευκαιρία θα του έπαιρνε τσιμπούκι κάθε μέρα στην αποθήκη. Του το ‘χε πει άλλωστε. Η μάλλον καλύτερα του το ΄χε προτείνει μέσα απο κάτι ηλίθια σεξουαλικά αστειάκια στα οποία πρωταγωνιστούσε σαν άπιαστος πόθος. Με το ζόρι είχε τραβηχτεί σε μια σχέση όπου βρισκόταν σε μειονεκτική θέση. Σκεφτόταν που και που να του πιάσει τον πούτσο έτσι για να δει τι θα γινόταν αλλά αυτό θα επαλήθευε απλώς τις μαλακίες που υπέθετε ο άλλος. Περιοριζόταν λοιπόν σε κακεντρεχή σχόλια για τον ανδρισμό του που στο μυαλό του Davide μεταφράζονταν σε ντροπαλά κομπλιμέντα. Μια φορά έφτασε στην δουλειά δυο ώρες αργοπορημένος. Είχε ξυπνήσει άσχημα και ήταν ακόμη μεθυσμένος. Μπήκε τρέχωντας στο μαγαζί με ασιδέρωτο πουκάμισο και κάτι ξεβαμένες γκρι κάλτσες. Το μαγαζί ήταν άδειο και τα αφεντικά λείπαν ευτυχώς. Μονάχα ο Davide να κάθεται αραχτός σε ένα  τραπέζι και να ρουφάει βαριεστημένα τον καφέ του. Δεν ήθελε να τον δεί, δεν ήθελε να πει τίποτα αλλά του χαμογέλασε και με μια έκφραση του δειξε να καταλάβει πως πάλι του τύχαν όλα τα στραβά. Ο άλλος έβαλε τα γέλια και του στειλε ενα πεταχτό φιλί.  “Need a shirt? Come with me.” Μπήκαν στο δωματιάκι πίσω απο το μπάρ και ο Davide έβγαλε ένα καθαρό λευκό πουκάμισο μαζί με ενα ζευγάρι μαύρες κάλτσες από το ντουλάπι του. “It’s not too long, is it?” Άρχισε να γδύνεται με μια αδέξια χορογραφία σαν να μην το ‘χε ξανακάνει. Από το μεθύσι δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος στο ένα πόδι. Ο Davide είχε σταθεί ήρεμα στον τοίχο και τον κοίταζε. Δεν άντεξε την πρόκληση και εσκεμμένα καθυστερούσε να γδυθεί. Έμεινε με το σώβρακο και στάθηκε μετέωρος σαν να θελε να πάρει μια ανάσα πριν συνεχίσει. Βρισκόταν ακριβώς σε αυτή την θέση που δεν ήθελε ποτέ να βρεθεί μαζί του. Αδύναμος και γυμνός απέναντι σε ένα νάρκισσο. Όλη αυτή η αντιπαράθεση πήρε ξαφνικά ένα σεξουαλικό χαρακτήρα και άρχισε να τον καυλώνει η ιδέα της απόλυτης υποταγής σε αυτόν τον μαλάκα. Έβαλε το χέρι του πάνω στο σώβρακο, τον κοίταξε στα μάτια και άρχισε να τρίβει τον πούτσο του. Δάγκωσε το κάτω χείλος του και κούνησε αργά την λεκάνη του στον ρυθμό που τριβόταν.  Ο Davide χαμογέλασε με κλειστά χείλη και έκανε ενα βήμα μπροστά. “Get dressed you stupid faggot” του είπε και σε ενα δευτερόλεπτο είχε εξαφανιστεί. Έμεινε για λίγο ακίνητος πριν συνειδητοποιείσει ακριβώς τι είχε συμβεί και το πρόσωπο του αρχίσει να σκληραίνει από τα νεύρα. Κλώτσησε μια κάσα πορτοκάλια, έβγαλε μια κραυγή απο τον πόνο και ακούμπησε στον τοίχο. Ήθελε να βγεί έξω και να σπάσει ενα ποτήρι στην σκατόφατσα του. Άνοιξε ένα μπουκάλι βότκα και άρχισε να κατεβάζει μεγάλες γουλιές εξοργισμένος με την ιδέα πως έθρεψε ακόμη πιο πολύ τον αυτοθαυμασμό του άλλου. Σκέφτηκε να πάει να βρεί τον Βούλγαρο, να τον ψήσει να τον δείρουν και άρχισε να γελάει. Φαντάστηκε τους δυο τους να παραμονεύουν ενα βράδυ στα σκοτεινά πίσω από το μαγαζί. Με την είκονα άρχισε να νιώθει τον πούτσο του να σκληράινει πάλι. Φαντάστηκε τους δυο τους να γαμιούνται πίσω από το μαγαζί. Άρχισε να χαιδεύεται. Σηκώθηκε και έβγαλε το σώβρακο του γιατί όταν αυνανιζόταν ήθελε να είναι πάντα γυμνός από την μέση και κάτω. Κάυλωνε όταν άνοιγε τα πόδια του και στηριζόταν με το ένα χέρι στον τοίχο ενώ με το άλλο τον έπαιζε. Ήθελε να νιώθει την κωλοτρυπίδα του εκτεθειμένη στον αέρα. Ο Βούλγαρος είχε ωραίο σώμα και αν και δεν ήταν όμορφος, τα  άσχημα ψηλά Βουλγάρικα ζυγωματικά του εξαφανίζονταν όταν χαμογελούσε. Ο πούτσος του είχε φτάσει στο όριο του απο τις γρήγορες κοφτές κινήσεις. Τον φαντάστηκε να έρχεται από πίσω του και να του χαιδεύει τον κώλο. Την ώρα που έχυνε θυμήθηκε εκείνη την μυρωδιά απο μαγειρικό λάδι και ο οργασμός του ίσα που κράτησε να ξαλαφρώσει. Γαμημένη μυρωδιά. Φόρεσε τα ίδια τσαλακωμένα ρούχα και σκούπισε τα χύσια του με το πουκάμισο του Davide. Έκρυψε το μπουκάλι με την βότκα, πήρε μια βαθιά ανάσα και πήγε να πιάσει δουλειά.